20/06/2024
Στην Κλινική Κοινωνική Εργασία της μεθοδολογίας Σ.ΘΕ.ΝΟ.Σ. γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει διαμόρφωση –και άρα πρόοδος των διαπροσωπικών σχέσεων– που να μην περνάει μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες της σύγκρουσης…
Ο Φρόυντ μας δίδαξε στο “Τοτέμ και Ταμπού” αυτό που γνώριζε πολύ καλά. Η αγάπη και η εξιδανίκευση του οιδιπόδειου Πατέρα δεν αποκλείουν έναν παράγοντα ασυνείδητης επιθετικότητας προς τον γονέα. Έτσι, αν δεν υπάρχει εμπόδιο, φραγμός, ετερότητα ως προς τους δυαδικούς ρόλους τότε δεν υπάρχει διαμόρφωση > μετάδοση και εν τέλει = επιθυμία! Μπορεί να υπάρξει σύγκρουση χωρίς βία; Για να υπάρξει φυσική, σωματική, λεκτική, συμπεριφορική ή συναισθηματική βία, πρέπει να προηγηθεί η σύγκρουση; Μήπως σύγκρουση και βία πάνε μαζί;
Μη βιαστείτε να απαντήσετε….
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ βίας και σύγκρουσης; Η σύγκρουση συνεπάγεται και προϋποθέτει απαραίτητα, ότι το αίτημα της διαφοροποίησης αναγνωρίζεται και δεν ψαλιδίζεται ή απορρίπτεται με την άσκηση της απλής αυταρχικής άρνησης, όσα επιχειρήματα και αν εμπεριέχονται στην άρνηση. Τα συλλογικά και μαζικά φαινόμενα, ακόμα και τα πολύ πρόσφατα της εποχής του κορωνοϊού, δείχνουν πολύ φανερά πως η άρνηση της σύγκρουσης -δηλαδή της αμφισβήτησης– η μη αναγνώριση του δικαιώματος της «άλλης αλήθειας», τροφοδοτούν την τυφλή βία, την καταστροφή, την ρήξη και τον εκφυλισμό των δεσμών μεταξύ των γενεών, των κοινωνικών ομάδων και των διαφορετικών αντιλήψεων. Αντίθετα, όταν η σύγκρουση αναγνωρίζεται ως μηχανισμός αξιοποίησης για πρόοδο και αλλαγή.. όταν ο απέναντι νιώθει ότι αντιμετωπίζεται με κριτικό πνεύμα, είναι έτοιμος να συμμετάσχει στην διαδικασία μεταμόρφωσης και ανάπτυξης.
Εν κατακλείδι, η σύγκρουση είναι επί της ουσίας ο τρόπος για να συμβολοποιηθεί η βία και να μην χρειαστεί να γίνει πράξη! Εγγράφουμε την βία σ’ ένα λόγο, άρα από βία/ρήξη κάθε δυνατότητας συζήτησης μετατρέπεται σε μηχανισμό ακύρωσης της. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση είναι η συμβολική διάταξη του πραγματικού γεγονότος της βίας, όπου αυτή η σύγκρουση -όσο έντονη και αν τείνει να γίνει- παραμένει πάντα μηχανισμός προόδου και αλλαγής. Η βία απαιτεί άμεση πρόσβαση, ενώ η σύγκρουση, ενέχει πάντα την αναγνώριση της ετερότητας και της ενικότητας του άλλου. Η αναγνώριση των λόγων και των αιτιών μιας σύγκρουσης, -ΠΡΟΣΟΧΗ όχι η αποδοχή ή συμφωνία με τους λόγους της σύγκρουσης, όπως μπορεί να συμβεί μεταξύ παιδιών και γονέων, μεταξύ θεσμών και κοινωνικών κινημάτων και συλλογικοτήτων- δεν κλονίζει απαραίτητα το εποικοδόμημα δηλαδή τον οικογενειακό ή κοινωνικό θεσμό, αλλά τοποθετεί τις διαφωνίες σε ένα κοινό τόπο. Π.χ.: της οικογένειας, της πόλης, του κράτους… Η βία που αποσυνδέεται από την σύγκρουση, γίνεται αντίθετα, μια καθαρή επίθεση στον δεσμό, απλή άρνηση της ετερότητας και άρα ένα εργαλείο καταστροφής, χάους και σύγχυσης. Αντίθετα και στον αντίποδα της βίας, η σύγκρουση είναι μια διαλεκτική εκδήλωση της δύναμης που περιβάλλει το πρόβλημα της διαδοχής των γενεών· ένας μη παθολογικός και στοιχειωδώς επαρκής μηχανισμός που έχει την δυνατότητα να δέχεται την σύγκρουση. Όπως ακριβώς η γενιά των γονέων, οφείλει να πρέπει να είναι σε θέση να επιτρέπει το συμβολικό γεγονός της διαδοχής και να σεβαστεί την απαίτηση επιβεβαίωσης της γενιάς που ακολουθεί… Αντίθετα, αν δεν γίνεται αποδεκτή η σύγκρουση, αν διατηρούμε την θέση μας στον θρόνο της αυθεντίας, αν η γενιά που προηγείται δεν κάνει χώρο στη σύγκρουση, δεν μπορεί να ακούσει τους λόγους της γενιάς που ακολουθεί…. και τότε η απαίτηση της διαφοροποίησης μπορεί εύκολα να ακολουθήσει τον θανατηφόρο κατήφορο της βίας.
Κλείνοντας, η ικανότητα να νιώθουμε ότι ανήκουμε και παράλληλα να διατηρούμε το δικαίωμα στην περιπλάνηση, θα ορίσουν τους δύο πόλους της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Σε αυτό τον δρόμο της αποδέσμευσης, ο λόγος της μητέρας είναι αυτός που θα αποδώσει επαρκώς ή όχι την συμβολική εξουσία στον λόγο του πατέρα, δηλαδή τον Νόμο του Λόγου. Ο τρόπος που μιλά για τον πατέρα στα παιδιά της, ο τρόπος που νοηματοδοτεί τον μητρικό ρόλο, θα επιτρέψει την ανάπτυξη ικανότητας επιθυμίας, σε αντιδιαστολή με την απόλαυση. Η επιθυμία κατοικεί στην έλλειψη, ενώ η απόλαυση στο πλεόνασμα.


